Η Κύπρος ως καταφύγιο

Οι ζωές των Ρώσων προσφύγων του 1920

Την άνοιξη του 1920 η Κύπρος έγινε καταφύγιο για ανθρώπους που, λίγο καιρό νωρίτερα, δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν τη ζωή τους σε αυτό το μεσογειακό νησί. Ανάμεσά τους βρίσκονταν στρατιωτικοί και γιατροί, μηχανικοί και δάσκαλοι, καλλιτέχνες, γυναίκες με παιδιά. Πίσω τους είχαν αφήσει την επανάσταση, τον Εμφύλιο Πόλεμο και την εσπευσμένη εκκένωση του Νοβοροσίσκ. Μπροστά τους απλωνόταν το άγνωστο. Πολλοί ήλπιζαν ότι ο αποχωρισμός από την πατρίδα θα ήταν σύντομος.

Στην ιστορία αυτών των ανθρώπων είναι αφιερωμένο το άρθρο του ιστορικού ερευνητή Αλεξάντερ Λάριν «Ρώσοι πρόσφυγες στην Κύπρο το 1920», που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2026 του περιοδικού «Ιστορία Εικονογραφημένη». Τα έγγραφα και οι μαρτυρίες που παραθέτει ο συγγραφέας φανερώνουν τις ανθρώπινες ζωές πίσω από τις επίσημες αποφάσεις για τη στέγαση και τη μετεγκατάσταση των προσφύγων.

Η άφιξη στο νησί

Τον Μάρτιο του 1920 τρία πλοία αναχώρησαν από το Νοβοροσίσκ με προορισμό την Κύπρο: το «Χερσόν», το «Σαράτοφ» και το «Μολτσάνοφ». Η εκκένωση πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή των βρετανικών Αρχών, καθώς το νησί βρισκόταν τότε υπό βρετανική διοίκηση.

Στα πλοία επέβαιναν ασθενείς και τραυματίες, ιατρικό προσωπικό, στρατιωτικοί και άμαχοι. Δεν κατάφεραν όμως όλοι να αποβιβαστούν στην Κύπρο. Οι επιβάτες του «Σαράτοφ» στάλθηκαν τελικά στην Αίγυπτο. Για ορισμένες οικογένειες αυτό σήμαινε έναν ακόμη αποχωρισμό: οι σύζυγοι βρίσκονταν ήδη στο νησί, ενώ οι γυναίκες τους παρέμεναν στο άλλο πλοίο. Αργότερα επιτράπηκε σε κάποιες από αυτές να συναντήσουν τους δικούς τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Λάριν, από τα δύο πλοία αποβιβάστηκαν στην Αμμόχωστο 1.546 άνθρωποι. Στεγάστηκαν σε πρώην στρατόπεδο Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου. Η άφιξη τόσων ανθρώπων αποτέλεσε σοβαρή δοκιμασία για τη μικρή αποικία, όπου έπρεπε ακόμη να προετοιμαστούν οι χώροι, να εξασφαλιστεί ο ανεφοδιασμός και να οργανωθεί η ιατρική περίθαλψη.

Οι πρόσφυγες χρειάζονταν τα απολύτως απαραίτητα: νερό, τροφή, καθαρά ρούχα και φροντίδα. Λόγω μεταδοτικών ασθενειών, το στρατόπεδο τέθηκε σε καραντίνα. Υπήρξαν και οι πρώτες απώλειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του άρθρου, μέχρι τη λήξη της καραντίνας τον Μάιο είχαν πεθάνει 48 άνθρωποι.

Ανάμεσα στη βοήθεια και στους περιορισμούς

Η στάση των βρετανικών Αρχών απέναντι στους νεοαφιχθέντες δεν ήταν ενιαία. Οι στρατιωτικοί αναλάμβαναν τη μεταφορά των ανθρώπων, την οργάνωση του στρατοπέδου και την παράδοση αναγκαίων εφοδίων. Στην αλληλογραφία που παραθέτει ο Λάριν διασώζονται επίμονα αιτήματα για τη βελτίωση των συνθηκών των επιβατών που παρέμεναν επί εβδομάδες στα πλοία.

Η πολιτική διοίκηση, από την άλλη, ανησυχούσε για την εξάπλωση ασθενειών και το κόστος συντήρησης των προσφύγων. Προέκυπταν διαφωνίες για το ποιος θα αναλάμβανε την ευθύνη για το μέλλον τους και για πόσο διάστημα θα μπορούσαν να παραμείνουν στο νησί.

Για τους ίδιους τους Ρώσους, τα ζητήματα αυτά είχαν πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: πού θα έμενε η οικογένεια, αν θα υπήρχε εργασία, αν θα τους επιτρεπόταν να φύγουν από το στρατόπεδο. Σταδιακά γινόταν σαφές ότι η επιστροφή στην πατρίδα αναβαλλόταν και ότι το προσωρινό καταφύγιο μπορούσε να εξελιχθεί σε τόπο μακρόχρονης εξορίας.

Όταν το στρατόπεδο της Αμμοχώστου κρίθηκε ακατάλληλο, οι πρόσφυγες που παρέμεναν εκεί μεταφέρθηκαν στα Πολεμίδια, κοντά στη Λεμεσό, σε εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούσε προηγουμένως ο βρετανικός στρατός.

Το βρετανικό στρατόπεδο στα Πολεμίδια, κοντά στη Λεμεσό, όπου εγκαταστάθηκαν οι Ρώσοι πρόσφυγες. (Αρχείο Ανν Χογκενχούις-Σέλιβερστοφ)

Μια νέα αρχή

Ακόμη και μέσα στην αβεβαιότητα, οι άνθρωποι αναζητούσαν τρόπους να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Οι επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητές τους αποδείχθηκαν ιδιαίτερα πολύτιμες.

Γιατροί και οδοντίατροι έβρισκαν εργασία, ενώ ορισμένοι άνοιγαν ιδιωτικά ιατρεία. Μηχανικοί συμμετείχαν σε τεχνικά έργα, μεταξύ άλλων και στην ηλεκτροδότηση του νησιού. Γυναίκες δίδασκαν ξένες γλώσσες και μουσική. Στις τοπικές εφημερίδες εμφανίζονταν αγγελίες για μαθήματα γαλλικών και γερμανικών, πιάνου, ραπτικής και κοπτικής.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν τραγουδιστές όπερας και χορευτές μπαλέτου. Ήδη από το καλοκαίρι του 1920 συμμετείχαν σε φιλανθρωπικές συναυλίες, τις οποίες κάλυπτε ο κυπριακός Τύπος. Διατηρώντας τον πολιτισμό και τις επαγγελματικές τους δεξιότητες, οι πρόσφυγες έβρισκαν σταδιακά τη θέση τους στο νέο περιβάλλον.

Ρώσοι πρόσφυγες στην Κύπρο. (Αρχείο Ανν Χογκενχούις-Σέλιβερστοφ)

Συχνά η αρχή γινόταν με οποιαδήποτε διαθέσιμη δουλειά και ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Ακολουθούσαν μια σταθερή απασχόληση, ένα σπίτι για την οικογένεια, γνωριμίες και φιλίες με τους ντόπιους. Αυτοί οι δεσμοί τούς βοηθούσαν να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες και να διεκδικούν το δικαίωμα παραμονής στο νησί.

Το δικαίωμα να παραμείνουν

Με τον καιρό, οι περισσότεροι πρόσφυγες εγκατέλειψαν την Κύπρο. Κάποιοι κατευθύνθηκαν σε χώρες που τους πρόσφεραν άσυλο, ενώ άλλοι κατάφεραν να επανενωθούν με συγγενείς. Για όσους έμειναν, το 1922 ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς επανήλθε η απειλή της απέλασης.

Μέχρι τότε ορισμένοι εργάζονταν ήδη, συντηρούσαν τις οικογένειές τους και είχαν δεθεί με το νησί. Για να εξασφαλίσουν άδεια παραμονής, αναζητούσαν υποστήριξη από γνωστούς, εργοδότες και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούνταν οικονομικές εγγυήσεις ότι οι ίδιοι και οι οικογένειές τους δεν θα χρειάζονταν κρατική συντήρηση.

Η ιστορία του γιατρού Πάβελ Σμίτεν, την οποία παραθέτει ο Λάριν, δείχνει πόσο απαιτητικοί μπορούσαν να είναι αυτοί οι όροι: ως εγγύηση για την εξασφάλιση των εξαρτώμενων μελών του χρησιμοποιήθηκε ένα ασφαλιστήριο ζωής.

Η μικρή κοινότητα που παρέμεινε στην Κύπρο συνέχισε να χτίζει τη ζωή της. Τα μέλη της εργάζονταν, δημιουργούσαν οικογένειες και μεγάλωναν παιδιά. Οι προσωπικές τους ιστορίες έγιναν μέρος της ιστορίας του νησιού.

Η ρωσική εκκλησία στο στρατόπεδο των προσφύγων στην Κύπρο. (Αρχείο Ανν Χογκενχούις-Σέλιβερστοφ)

Η μνήμη στα Πολεμίδια

Δεν έμελλε όλοι να ολοκληρώσουν αυτή τη διαδρομή. Για ορισμένους πρόσφυγες η κυπριακή γη έγινε ο τόπος της τελευταίας τους ανάπαυσης. Η Ρωσική Νεκρόπολη στα Πολεμίδια διαφυλάσσει τη μνήμη ανθρώπων που βίωσαν τον πόλεμο, την απώλεια του σπιτιού τους και την εξορία. Ανάμεσα στους ενταφιασμένους βρίσκεται ο αντιστράτηγος Μιχαήλ Μπούτσικ, βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τιμημένος με το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος πέθανε στην Κύπρο το 1922.

Σήμερα οι τάφοι αυτοί μας βοηθούν να δούμε την ανθρώπινη διάσταση γεγονότων που συνέβησαν πριν από έναν αιώνα. Πίσω από κάθε όνομα υπάρχουν μια ζωή, αγαπημένα πρόσωπα, ελπίδες και μια επιστροφή που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Τάφοι Ρώσων προσφύγων στο Βρετανικό Κοιμητήριο στα Πολεμίδια, στη Λεμεσό.

Το 2023 η Ρωσική Νεκρόπολη στα Πολεμίδια αναγνωρίστηκε ως τόπος ταφής ιστορικής και αρχειακής σημασίας για τη Ρωσική Ομοσπονδία. Το 2024 ξεκίνησαν εργασίες αποκατάστασης και διαμόρφωσης του χώρου, με την υποστήριξη του Ρωσικού Κέντρου Επιστήμης και Πολιτισμού στη Λευκωσία. Αποκαταστάθηκαν οι τάφοι και τοποθετήθηκαν ορθόδοξοι σταυροί, αναμνηστικές πλάκες και μνημειακή στήλη. Τα επίσημα εγκαίνια της ανακαινισμένης νεκρόπολης πραγματοποιήθηκαν στις 6 Μαΐου 2025, ημέρα εορτής του Αγίου Γεωργίου. Σήμερα τη φροντίδα της νεκρόπολης έχουν αναλάβει η Ιστορική Λέσχη και η Λέσχη Νεολαίας του Κέντρου, συνεχίζοντας το έργο διατήρησης αυτού του τόπου μνήμης.

Στις 8 Νοεμβρίου, στις 11:00, στη Ρωσική Νεκρόπολη στα Πολεμίδια θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση μνήμης για τους Ρώσους στρατιωτικούς που συμμετείχαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρήκαν την τελευταία τους ανάπαυση στην κυπριακή γη. Όσοι επιθυμούν μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτή την ώρα μνήμης και προσευχής.

Το κείμενο βασίζεται σε στοιχεία από το άρθρο του Αλεξάντερ Λάριν «Ρώσοι πρόσφυγες στην Κύπρο το 1920», περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχος 699, Σεπτέμβριος 2026.